1 translation entry available
English adultery
Type noun
Greek μοιχεία
Pronunciation michia
Article η
Example
I committed adultery/commit adultery/Right now in Japan, adultery is rife.
διέπραξα μοιχεία/διαπράττω μοιχεία/αυτήν την περίοδο η μοιχεία στην Ιαπωνία είναι διαδεδομένη
Search

Word of the day:
inattentive · απρόσεκτος